Πέντε εκπρόσωποι του πολυτελούς τουρισμού εξηγούν πώς η Ελλάδα, εκμεταλλευόμενη την ιστορία της, μπορεί να μπει δυναμικά στον χώρο
Των Γιουλης Επτακοιλη, Μαργαριτας Πουρναρα
Δεν θα τον δείτε να λιάζεται σε ξαπλώστρα πολυσύχναστης παραλίας, ούτε να πίνει μπίρες σε παραθαλάσσιο μπαρ. Δεν θα τον συναντήσετε να ψωνίζει σουβενίρ, δερμάτινα και χρυσαφικά και μάλλον είναι απίθανο να δοκιμάζει ούζο σε κάποιο από τα τουριστικά μεζεδοπωλεία της Πλάκας. Αυτό που αναζητεί ο ταξιδιώτης πολυτελούς τουρισμού ξεπερνά κατά πολύ τα «ήλιος, θάλασσα και greek salad».
Η εικόνα μιας φωτεινής, ξένοιαστης και φιλόξενης Ελλάδας έχει απήχηση ακόμη σε εκατομύρια ταξιδιώτες μαζικού τουρισμού, η μερίδα, όμως, απαιτητικών επισκεπτών που μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την εκτόξευση του ελληνικού τουρισμού, ψάχνει το μη προφανές. Είναι άνθρωποι ανώτερου μορφωτικού, κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου. Διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Ξοδεύουν πολλά χρήματα, ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στην πολιτική, την οικονομία, την γαστρονομία, τις τέχνες. Γνωρίζουν καλά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και δεν ικανοποιούνται με μια τυπική ξενάγηση στην Ακρόπολη. Για την προσέλκυση αυτών των ταξιδιωτών ο πολιτισμός σε συνδυασμό με την προσφορά υψηλής ποιότητας υπηρεσιών, μπορεί να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος.
Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, στο ξενοδοχείο Mεγάλη Βρεταννία, πραγματοποιήθηκε το ετήσιο συνέδριο του οργανισμού Virtuoso, του μεγαλύτερου δικτύου πολυτελούς τουρισμού στον κόσμο. Ενα εξαιρετικά σημαντικό συνέδριο και μια μεγάλη επιτυχία για το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανν, ία που κατάφερε να φιλοξενήσει την ελίτ της βιομηχανίας πολυτελούς τουρισμού. Το δίκτυο Virtuoso αποτελείται από περισσότερους από 6.000 ειδικούς στον τουρισμό, διαθέτει 300 γραφεία σε 22 χώρες, καθώς επίσης και περισσότερες από 1.000 από τις καλύτερες εταιρείες τουρισμού. Τα γραφεία του δικτύου έχουν τζίρο πωλήσεων που κυμαίνεται στα 4,2 δισ. δολάρια, ποσό που κάνει τον οργανισμό τον πιο δυνατό στον χώρο του πολυτελούς τουρισμού.
Η «Κ» συνάντησε πέντε από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στον τομέα του πολυτελούς τουρισμού και άκουσε τις απόψεις τους για το πώς η Ελλάδα μπορεί να μπει δυναμικά στον χώρο και να «πουλήσει» το σημαντικότερο προϊόν της: τον πολιτισμό.
Τζορτζ Παπαγαπητός
Με ξεναγούς καθηγητές πανεπιστημίου
«Το πιο σημαντικό είναι να μην μένουμε μόνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αλλά να δείξουμε ότι η Ελλάδα σήμερα είναι μια σύγχρονη χώρα. Και σε αυτήν την κατεύθυνση δυστυχώς δεν γίνεται σωστή και συστηματική προσπάθεια». Ο Τζορτζ Παπαγαπητός έφυγε από τη γενέτειρά του Ρόδο σε ηλικία 18 ετών για να σπουδάσει Οικονομικά στη Νέα Υόρκη. Το 1969 αποφάσισε να μπει δυναμικά στον χώρο του τουρισμού και ίδρυσε εκεί την εταιρεία Travel Dynamics, η φιλοσοφία της οποίας παραμένει μέχρι σήμερα η προσφορά υψηλής ποιότητας τουρισμού. Πελάτες του είναι απόφοιτοι των σημαντικότερων πανεπιστημίων –Γέιλ, Χάρβαρντ, Στάνφορντ, Πρίνστον, Κολούμπια– και μέλη μουσείων και καλλιτεχνικών οργανισμών όπως τα Σμιθσόνιαν, Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, Μουσείο του Λος Αντζελες κ.ά.
«Είναι η πιο υψηλής μορφωτικής και οικονομικής στάθμης Αμερικανοί τουρίστες», εξηγεί στην «Κ» ο Τζορτζ Παπαγαπητός, «και όπως καταλαβαίνετε έχουν μεγάλες απαιτήσεις. Θέλουν να μάθουν τη σύγχρονη ζωή μιας πόλης, την πολιτική κατάσταση, την οικονομία, τον μοντέρνο πολιτισμό, το θέατρο, τη μουσική, το μπαλέτο, την αρχιτεκτονική, τη γαστρονομία. Στην εταιρεία μας εργάζεται μια ομάδα ανθρώπων που ασχολείται μόνο με το να ερευνά τι καινούργιο συμβαίνει σε κάθε πόλη, και οι ξεναγοί που συνοδεύουν τα γκρουπ είναι πολύ συχνά καθηγητές πανεπιστημίου ειδικευμένοι σε διάφορα θέματα.
»Πρέπει να θεωρήσετε δεδομένο πως οι δικοί μου πελάτες γνωρίζουν πολύ καλά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Δεν τους αρκεί, λοιπόν, μόνο μια βόλτα στην Ακρόπολη. Γι’ αυτό και οργανώνουμε ιδιαίτερα ταξίδια. Η κρουαζιέρα που έχουμε κανονίσει για τον Ιούνιο έχει θέμα “Από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο στους σύγχρονους πολέμους” και ξεναγοί στο γκρουπ θα είναι διάσημος καθηγητής Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, και αυθεντία στον Πελοποννησιακό Πόλεμο Ντόναλντ Κέιγκαν, (το βιβλίο του “Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος” έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα), και ο γιος του Φρέντερικ Κέιγκαν, καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας και, δυστυχώς, ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε την εγκατάσταση αμερικανικού στρατού στο Ιράκ.
»Επίσης, στους Αμερικανούς είναι δημοφιλή τα οικογενειακά προγράμματα που συνδέουν την Ελλάδα με την Ιταλία. Πρόκειται για μια εννιαήμερη κρουαζιέρα όπου “κλέβουμε” υπέρ της Ελλάδας. Διανυκτερεύουμε δύο βράδια στην Ιταλία και επτά στην Ελλάδα. Το πιο σημαντικό σε αυτό το πρόγραμμα είναι ότι έρχονται οικογένειες με παιδιά από οκτώ έως 17 ετών τα οποία παρακολουθούν μεταξύ άλλων μαθήματα Ελληνικών και επισκέπτονται αρχαιολογικούς χώρους όπως η Αρχαία Ολυμπία όπου συμμετέχουν σε αναπαράσταση των Ολυμπιακών Αγώνων. Tους κάνουμε ιδιωτικές ξεναγήσεις σε μουσεία με τα οποία έχουμε καλή συνεργασία, το Κυκλαδικής Τέχνης, την Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο».
Ο Τζορτζ Παπαγαπητός, όμως, στέκεται και στο γεγονός ότι το ελληνικό υπουργείο Τουρισμού πρέπει να αλλάξει πορεία και να πείσει ότι μπορεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του ποιοτικού τουρισμού. «Οταν φτάνουν στην Ελλάδα τέτοιας κατηγορίας τουρίστες που θα αφήσουν πολλά χρήματα και πιθανότατα θα ξανάρθουν μαζί με άλλους, οι τοπικές Αρχές πρέπει να τους διευκολύνουν απόλυτα. Αυτό όχι μόνο δεν συμβαίνει πάντα, αλλά συχνά έχουμε κακής ποιότητας υπηρεσίες. Και δυστυχώς, υπάρχει ακόμη η νοοτροπία να βλέπουμε τον τουρίστα σαν πορτοφόλι».
Κάρεν Φεντόρκο Σεφέρ
«Κάνουμε τα πάντα ώστε να πουν “Wow!”»
Στην Τουρκία βλέπουν τον ευκατάστατο τουρίστα σαν πορτοφόλι, αλλά του προσφέρουν μοναδικές εμπειρίες και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες. Η Κάρεν Φεντόρκο Σεφέρ, Αμερικανίδα παντρεμένη με Τούρκο και μόνιμη κάτοικος Κωνσταντινούπολης, διευθύνει το Sea Song, το σημαντικότερο γραφείο πολυτελούς τουρισμού με ειδίκευση στα πακέτα πολιτισμού. Είναι το μοναδικό γραφείο στην Τουρκία που έχει το δικαίωμα να κανονίζει ιδιωτικά γεύματα μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Εφέσου και όχι μόνο. Για μια οικογένεια τριών ατόμων λ.χ., το γεύμα χρεώνεται 5.000 δολάρια και το 60% του ποσού πηγαίνει στο τουρκικό κράτος.
Περισσότερα στο Kathimerini.gr